Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Διονύσου πλους.

Κι όταν ο θεός Διόνυσος βρέθηκε, κατά πως λεν οι Ομηρικοί Ύμνοι, μεσοπέλαγα στα χέρια Τυρρηνών πειρατών του Αιγαίου, τα πράγματα ξαφνικά σκούρηναν. Τούτοι οι πειρατές, αδίστακτοι, γύρεψαν να τον δέσουν, για να ζητήσουν στη στεριά πολλά λύτρα για ένα τέτοιο αρχοντόπουλο. Όμως οι αλυσίδες δεν έδεναν επάνω του κι ο τιμονιέρης μόνος κατάλαβε και πάλεψε να μαζέψει τους άμυαλους. "Δεν βλέπετε πως είναι θεός; δεν φοβάστε την τιμωρία;" Αυτοί δεν άκουγαν τίποτα.

Κείνη τη στιγμή, κόκκινο κρασί πλημμύρισε το σκάφος ζαλίζοντας τους Τυρρρηνούς. Ένα κλήμα αναρριχήθηκε στο κατάρτι και τσαμπιά σταφύλια απλώθηκαν παντού. Ο νεαρός Διόνυσος μεταμορφώθηκε σε βροντερό λιοντάρι κι οι πειρατές βούτηξαν έντρομοι στη θάλασσα. Όλους ο θεός μεταμόρφωσε τότε σε δελφίνια και μοναχά ο συνετός τιμονιέρης γλίτωσε από την οργή του.

Κάπως, ίσως, έτσι κι εγώ βρέθηκα να πλέω στην αιωρούμενη αυλή της Ιουλίδας κι όταν οι σκοτεινές σκέψεις πάλεψαν να σφίξουν τις αλυσίδες τους, παρατήρησα προσεκτικά την αναρρίχηση του κλήματος και τα απλωμένα τσαμπιά και φύλλα πάνω από το κεφάλι μου. Η πρόωρη σκέψη του κόκκινου κρασιού, που πάλι θα μοχθήσουμε να βγει από τούτα τα σταφύλια το ερχόμενο φθινόπωρο, ήταν ήδη αρκετά μεθυστική. Κι οι αντίπαλοι του μυαλού παραχώρησαν μονομιάς τη θέση τους στη σκέψη των πιστών συντρόφων.

Τώρα, μένει να έρθει εκείνη η ώρα της γαλήνης, των ήρεμων νερών, που ξαπλωμένος στο σκάφος όπως απεικονίζεται στον κύλικα του Εξηκία, με ένα κύπελλο από το κρασάκι του θα απολαμβάνει ο αγωνιστής τον καρπό των αγώνων του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου